Με τον Μιχάλη Τσαούτο συναντηθήκαμε για την συνέντευξη αυτή έξω από το γραφείο του στην Αθήνα μια μέρα με πολλή ζέστη. Με το που μπήκαμε, το να πιούμε κάτι δροσιστικό κρίθηκε ως άκρως απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε. Ένα αναψυκτικό... ήταν ό,τι έπρεπε. Από ένα μίνι ψυγειάκι μου προσέφερε τη νέα pink lemonade που κυκλοφόρησε λίγο πριν το καλοκαίρι...
Ουσιαστικά τα γραφεία της ΕΨΑ διατηρούνται από την ίδρυση της, το 1925, στην περιοχή του Βόλου σε ένα παραδοσιακό κτίριο πηλιορείτικου ρυθμού. Όπως μου εξήγησε ο κύριος Τσαούτος το εργοστάσιο έχει παραμείνει εκεί λόγω του νερού της περιοχής το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα για την παραγωγή όλων των προϊόντων της ΕΨΑ. Όλες οι εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του μουσείου, βρίσκονται στον Βόλο, με εξαίρεση το συγκεκριμένο γραφείο στην Αθήνα το οποίο εξυπηρετεί τα ραντεβού του στην πρωτεύουσα. Το παραδοσιακό κτίριο λόγω της ιδιαιτερότητας του απαιτεί φροντίδα και συντήρηση αλλά αποζημιώνει με την ομορφιά του. «Αν το δεις από ψηλά στο Google χάνεται στο τοπίο». Στο συστεγασμένο μουσείο της ΕΨΑ, μπορεί να δει κανείς από το «νεκροταφείο των μπουκαλιών» όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν, δηλαδή την πιο ολοκληρωμένη συλλογή μπουκαλιών από αναψυκτικά που έχουν παραχθεί από ελληνικές εταιρίες οι οποίες δεν υπάρχουν πια, μέχρι τα βραβεία που κατά καιρούς έχει αποσπάσει η ΕΨΑ, παλιά ασήκωτα ξύλινα κιβώτια, σφραγίδες πυρογραφίας, παλιά ψυγεία, μηχανήματα και συσκευές αλλά και το αυθεντικό σχέδιο του χαρακτηριστικού της μπουκαλιού.
Η ιστορία της ΕΨΑ, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της, είναι λίγο πολύ συνυφασμένη με την περιοχή του Πηλίου αφού με την δημιουργία του εργοστασίου, το χωριό Αγριά, συνδέεται με το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύματος και ο ο Ελευθέριος Βενιζέλος καταφθάνει εκεί προκειμένου να το εγκαινιάσει. Η ηλεκτροδότηση της περιοχής οφείλεται στην ΕΨΑ και για εκείνη την εποχή σήμανε μια μεγάλη αλλαγή για τους κατοίκους του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρωτύτερα στην περιοχή υπήρχε πλεόνασμα λεμονιών καθώς και τα λεγόμενα “λεμονατζίδικα”. Τότε οι πλανόδιοι μικροπωλητές διακινούσαν την παραδοσιακή λεμονάδα με ένα τρόπο “χειροποίητο”.
Οι αδελφοί Κοσμαδόπουλοι που ίδρυσαν την Εταιρεία Ψυγείων Αγριάς (ΕΨΑ) αντιλήφθηκαν γρήγορα την ευκαιρία και έθεσαν ως στόχο τη δημιουργία παραγωγής αναψυκτικών. Η πραγματική αλλαγή στην παραγωγή της λεμονάδας όμως συντελείται με τον Γερμανό χημικό μηχανικό ονόματι Όττο που ήρθε για να αλλάξει τα δεδομένα της παραγωγής και τη διαδικασία εμφιάλωσης με την τεχνογνωσία που μετέφερε. Όλα προηγουμένως γινόντουσαν με το χέρι ενώ σιγά σιγά διάφορες διαδικασίες μετατοπίστηκαν στα νέα δεδομένα της βιομηχανίας όπου ο άνθρωπος έχει όλο και πιο απομακρυσμένο ρόλο σε μια όλο και πληρέστερα αυτοματοποιημένη παραγωγή. Είναι ενδεικτικό στα μέσα της δεκαετίας του 30’ τα πρώτα μπουκάλια είχαν ενσωματωμένη μπίλια, με την οποία στην ουσία σφράγιζε το μπουκάλι. Σήμερα τα μπουκάλια αυτά της παλιάς τεχνολογίας είναι δυσεύρετα καθώς τα παιδιά, τα έσπαζαν, για να πάρουν τις μπίλιες προκειμένου να παίξουν τα λεγόμενα «γκαζάκια», ονομασία που έβγαινε από το γκαζάτο(ανθρακικό) του μπουκαλιού. Το πώμα που τελικά επικράτησε εδώ και 70 περίπου χρόνια είναι το γνωστό πώμα crown που επιτρέπει την επαναχρησιμοποίηση του γυάλινου μπουκαλιού.
Το σχέδιο του χαρακτηριστικού γυάλινου μπουκαλιού που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν της εταιρείας, δημιουργήθηκε από τον κύριο Αλεξανδρίδη, έναν υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας στην ιδιοκτησία της οποίας είχε περιέλθει για ένα χρονικό διάστημα η εταιρεία. Ώσπου βέβαια ο Νίκος Τσαούτος πατέρας του Μιχάλη Τσαούτου και γιος του παππού Μιχάλη Τσαούτου που κατείχε εταιρεία αναψυκτικών με την επωνυμία «Αγριά», να την εξαγοράσει.
Έτσι ξεκινά και η σταδιακή ανάπτυξη της εταιρείας. Το ‘70 καλύπτει όλη τη Μαγνησία με φορτηγάκια και σιγά σιγά προκύπτει μεγαλύτερη ζήτηση. Το εργοστάσιο λειτουργεί σταδιακά για περισσότερες ώρες και γίνονται αλλαγές στον εξοπλισμό προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη παραγωγή. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 από γραμμή παραγωγής με δυναμική 6.000 μπουκάλια την ώρα φτάνει στα 20.000. Παράλληλα έχουν ήδη δημιουργηθεί διάφορα προϊόντα όπως πορτοκαλάδα, σόδα, γκαζόζα, βυσσινάδα, τόνικ, ποικιλία η οποία διανθίζεται σταθερά μέχρι και σήμερα. Την δεκαετία του ‘90 η ΕΨΑ φτάνει και στην Αθήνα ενώ οι πολυεθνικές εταιρείες και άλλα ισχυρά προϊόντα αναψυκτικών είχαν ήδη κυριαρχήσει στην αγορά.
Σήμερα τα προϊόντα της ΕΨΑ βρίσκονται πια, σχεδόν σε όλα τα σημεία της Ελλάδας. Ο Μιχάλης Τσαούτος ωστόσο, εξακολουθεί ανακαλώντας την παλιά εποχή να τοποθετεί ένα συνονθύλευμα ήχων στη θέση των πιο δυνατών αναμνήσεων της παιδικής του ηλικίας... «Ο ήχος που κάνουν δύο μπουκάλια ΕΨΑ όταν χτυπάνε μεταξύ τους είναι ιδιαίτερος, είναι κάτι μοναδικό, ο θόρυβος της μηχανής που γεμίζει, το “τρέξιμο” των μπουκαλιών στη γραμμή παραγωγής». Θυμάται τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας συνυφασμένα με τη ρουτίνα μιας σειράς διαδικασιών που έμειναν στο παρελθόν, όπως το ξεφόρτωμα των φορτηγών και το χειροκίνητο κόλλημα της ταινίας στα μπουκάλια.
Στο εξωτερικό η ανάπτυξη της παρουσίας της ΕΨΑ είναι γοργή, ιδιαίτερα τα τελευταία πέντε χρόνια. Πρωτύτερα υπήρχε παρουσία στην Αυστραλία και την Κύπρο, αυτή τη στιγμή όμως έχουν παρουσία σε 22 χώρες. Υπάρχουν βέβαια σημαντικά βήματα που μπορούν να γίνουν άμεσα σε κάποιες από αυτές όπως σε Ινδία, Κίνα, Αμερική, Ντουμπάι, Σαουδική Αραβία και Κουβέιτ.
«Η επέκταση στο εξωτερικό είναι για την ΕΨΑ ένας συνεχής μαραθώνιος όχι απλά ένας αγώνας δρόμου» μου επισημαίνει και η συζήτηση που οδεύει προς το τέλος της εκτρέπεται σε διαφορετικά μονοπάτια... Ο ίδιος πέρα από δυναμικός επιχειρηματίας δεν παύει να ξεκλέβει χρόνο για τις αγαπημένες του αθλητικές δραστηριότητες που είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένες. Μέχρι τα 20 του έκανε πρωταθλητισμό στο σκι στο βουνό αλλά και στο θαλάσσιο σκι. Αργότερα τον κέρδισαν οι αγώνες περιπέτειας (Camel Trophy, G Challenge κ.α.) ενώ τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί εντατικά με το τρίαθλο. Έχει τρέξει σε έναν αγώνα Ironman στη Μαγιόρκα και έναν στην Αυστρία ενώ φέτος έχει στο πλάνο ένα half ironman στη Βουδαπέστη και ένα full στη Βαρκελώνη. Η λογική είναι απλή «αν δεν ξεδώσεις κάπου πως θα βγει άλλη μια πιεστική μέρα αλλά και ποιον να ανταγωνιστείς αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό»;
epixeiro.gr


