Του Παρι Μαυριδη* |
Η συμβολή του εθνικού εκθεσιακού φορέα στην ελληνική οικονομία και στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και κατ’ επέκταση της Βόρειας Ελλάδας είναι διαχρονική και αναμφισβήτητη.
Η Helexpo με τη διεθνή έκθεση του Σεπτεμβρίου, η οποία μετρά 77 διοργανώσεις, αλλά και με ορισμένες από τις γνωστότερες κλαδικές εκθέσεις στη ΝΑ Ευρώπη, έχει έναν πολυδιάστατο ρόλο, ο οποίος έχει πολύ βαρύνουσα σημασία για την τουριστική προβολή και εν γένει διεθνοποίηση της συμπρωτεύουσας.
Oπως καταδεικνύεται και από σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Εκθεσιακών Ερευνών, για κάθε αύξηση της τάξης του ενός ευρώ στην τελική ζήτηση του κλάδου των εκθεσιακών δραστηριοτήτων στη Θεσσαλονίκη, δημιουργούνται 28 νέες θέσεις εργασίας σε άλλους κλάδους της οικονομίας.
Επιπλέον, για κάθε ένα ευρώ, που δαπανάται στην εκθεσιακή δραστηριότητα, άλλα 3 έως 5 ευρώ διαχέονται στην αγορά της Θεσσαλονίκης.
Τα παραπάνω αποτελέσματα αποδεικνύουν πως ο εθνικός εκθεσιακός φορέας έχει διαδραματίσει καίριο ρόλο στην ενίσχυση των τοπικών επιχειρήσεων, εμπορικών, τουριστικών, ξενοδοχειακών, εστίασης, διασκέδασης και πολλών άλλων.
Η Θεσσαλονίκη όμως έχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού του στίγματός της στον διεθνή εκθεσιακό χάρτη, με επενδύσεις δημιουργίας σύγχρονων εκθεσιακών και συνεδριακών εγκαταστάσεων και με την προσέλκυση και διοργάνωση νέων μεγάλων γεγονότων.
Όπως έχει γνωστοποιηθεί από την πλευρά της κυβέρνησης, προωθείται η συγχώνευση της ΔΕΘ, της HELEXPO και του ΟΠΕ σε ένα ενιαίο εταιρικό σχήμα με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
Ωστόσο, ο ρόλος της HELEXPO και γενικότερα των εκθεσιακών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να είναι εντός του μελλοντικού Εθνικού Φορέα Εξωστρέφειας.
Η HELEXPO Α.Ε. έχει περισσότερα από 80 χρόνια εμπειρίας και συνεχούς ανάπτυξης και έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη περισσότερων από 6.000 ελληνικών & ξένων επιχειρήσεων, που είναι το πελατολόγιο της.
Οι εγκαταστάσεις, που αξιοποιεί, είναι συνολικής έκτασης 192.500 τ.μ., σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και 3 πλήρως εξοπλισμένα Συνεδριακά Κέντρα, το Ι. ΒΕΛΛΙΔΗΣ, το ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ και το HELEXPO CORONA, συνολικής χωρητικότητας 4.000 θέσεων.
Οσο για το εκθεσιακό καλεντάρι της, αυτό εκτός από τον θεσμό της ΔΕΘ περιλαμβάνει και πάνω από 20 διεθνείς κλαδικές εκθέσεις, ενώ εμπλουτίζεται συνεχώς. Θεωρώ επομένως ότι αυτή η παράδοση είναι επαρκής προϋπόθεση, παρακαταθήκη και «βαριά κληρονομιά», για την κυβέρνηση, προκειμένου να ενισχύσει την παρουσία του Εθνικού Εκθεσιακού φορέα στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση η όποια απόφαση θα πρέπει να εξασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη της HELEXPO.
Αξίζει την ίδια στιγμή να σημειωθεί πως η διοικητική, αλλά και λειτουργική αυτοτέλεια της HELEXPO και της ΔΕΘ, μετά από 12 περίπου έτη απέδειξε πως το πείραμα αυτό τελικά δεν πέτυχε.
Το κορυφαίο όμως πρόβλημα, που είναι απότοκο της στρεβλής διοικητικής αυτοτέλειας αλλά και των συμβάσεων που διέπουν τη λειτουργία των δύο εταιρειών, ήταν οι δυσκολίες, που δημιουργήθηκαν στην αναζήτηση ιδιώτη στρατηγικού επενδυτή.
Μάλιστα, αυτή η διαδικασία προσέλκυσης θα μπορούσε να είχε γίνει πράξη σε καλύτερους καιρούς για την ελληνική οικονομία, δηλαδή στο παρελθόν, αλλά η αδράνεια και η έλλειψη διορατικότητας δεν επέτρεψαν κάτι τέτοιο.
Ως διοίκηση της HELEXPO από το καλοκαίρι του 2010, αναζητήσαμε και διερευνήσαμε την αγορά του εξωτερικού για τον εντοπισμό ιδιώτη στρατηγικού επενδυτή.
Η διαδικασία αυτή απέδωσε πριν από ένα περίπου χρόνο, καθώς καταγράφηκε ενδιαφέρον από ξένη εταιρεία και μάλιστα ηγέτιδα στον τομέα της διοργάνωσης εκθέσεων, συνεδρίων, εκδηλώσεων, καθώς και στη διαχείριση αντίστοιχων εγκαταστάσεων.
Αυτή την ευκαιρία πρέπει να την αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο επ’ ωφελεία του εθνικού εκθεσιακού φορέα και της πόλης και η όποια θεσμική παρέμβαση αποφασισθεί να διευκολύνει και όχι να αποτρέπει αυτή την προοπτική της στρατηγικής συνεργασίας.
Ας βοηθήσουμε όλοι το μεγάλο διαχρονικά αναπτυξιακό εργαλείο της Θεσσαλονίκης και της Β. Ελλάδος, την Εκθεση, και ας σταματήσουμε να την «πυροβολούμε», πολλές φορές άδικα.
* Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της HELEXPO Α.Ε.


