Το «άνοιγμα» των περιπτέρων

Ύστερα από 100 χρόνια απελευθερώνεται το επάγγελμα

Όσο κι αν στο εξωτερικό βρίσκουμε συχνά αντίστοιχα newstands (μικρά, κυβοειδή καταστήματα πώλησης εφημερίδων, περιοδικών κ. ά.), το περίπτερο είναι ελληνική ευρεσιτεχνία. Συνυφασμένο με την ελληνική καθημερινότητα, αλλά και με τη νύχτα (πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων), το περίπτερο είναι απόλυτα ταυτισμένο με την ιστορία της Ελλάδας του εικοστού αιώνα.
Σήμερα, το ελληνικό περίπτερο αλλάζει. Μετά την απόφαση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας περί απελευθέρωσης του επαγγέλματος, το περίπτερο ως επιχείρηση μπαίνει και αυτό στη χορεία των επαγγελμάτων που ανοίγουν, ο περιορισμός στις άδειες καταργείται, παύει να είναι κληρονομική εργασία και, επιπλέον, χάνει την αποκλειστικότητα στην πώληση τσιγάρων. Στην απόφαση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας περιλαμβάνονται και το ελεύθερο σε φυσικά και νομικά πρόσωπα να έχουν άδεια λειτουργίας περιπτέρου, ημεδαπών και αλλοδαπών, δηλαδή, θα μπορεί να ανοίξει περίπτερο νόμιμος μετανάστης, εφόσον θα πληροί τις δέουσες προϋποθέσεις.

Στο υπουργείο Άμυνας

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η απόφαση για την απελευθέρωση των περιπτέρων πάρθηκε από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Ο λόγος είναι ότι το περίπτερο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολεμική ιστορία της Ελλάδας, αφού οι πρώτοι περιπτερούχοι δεν ήταν άλλοι από τους αναπήρους πολέμου. Η πολεμική δεκαετία 1912-1922 άφησε πίσω της όχι μόνον ήρωες, πεσόντες, ανακτημένα και χαμένα εδάφη, αλλά και τραυματίες - πολλοί από τους οποίους έμελλε να έχουν διάφορες αναπηρίες. Ειδικά μετά τη συμφορά του 1922, μόνο η Αθήνα είχε πλημμυρίσει από επαίτες βετεράνους, ακρωτηριασμένους, αναπήρους, συχνά άστεγους - μια εικόνα που δεν διαφέρει και πολύ από τους άπορους, άστεγους, «νεόπτωχους» της σήμερον.

Ήδη από τις αρχές του 1922, και συγκεκριμένα στις 7 Μαρτίου, επιτροπή τραυματιών συνέταξε ψήφισμα διαμαρτυρίας προς την Εθνοσυνέλευση, μέσα από το οποίο ζητούσαν «μικράν βελτίωση της θέσεώς των». Από κοντά, βρίσκονταν οι γυναίκες και τα ορφανά των πεσόντων. Αρχικά, η πολιτεία έδωσε μια μικρή αναπηρική σύνταξη της τάξης των δεκαεπτά δραχμών, γεγονός που κάποια στιγμή οδήγησε σε μια μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από τη Βουλή, η οποία διαλύθηκε με την επέμβαση της αστυνομίας και της χωροφυλακής: ξαφνικά, οι βαρέως τραυματίες του Σαραντάπορου, του Μπιζανίου, του Σκρα και του Σαγγάριου, προπηλακίζονταν και συλλαμβάνονταν.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις του Πρώτου Πανελληνίου Συνεδρίου Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού, σε συνέδριο που έλαβε χώρα τον Μάιο του 1924, στις αρχικές 17 δραχμές προστέθηκε μία εφάπαξ αποζημίωση της τάξεως των 450 δραχμών αλλά μόνον σε όσους είχαν 100% αναπηρία.

Υπό όρους

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το τότε υπουργείο Περιθάλψεως οδηγήθηκε στην απόφαση να παραχωρήσει τα λιγοστά περίπτερα της εποχής στην Πανελλήνιο Ενωση Τραυματιών Πολέμου 1912-1922, με τον όρο ότι η άδεια του περιπτέρου δεν θα μεταβιβαζόταν και στην περίπτωση του θανάτου του δικαιούχου, την κληρονομούσαν οι απόγονοί του.

Η άλλη αιματηρή, πολεμική δεκαετία του ’40 έφερε και άλλους αναπήρους - αυτή τη φορά και μεταξύ του άμαχου πληθυσμού, εξαιτίας της Κατοχής, του Εμφυλίου, των αδέσποτων χειροβομβίδων και ναρκών. Τα περίπτερα εξαπλώθηκαν σε όλη την επικράτεια και ο «περιπτεράς της γειτονιάς» έγινε σήμα κατατεθέν της νεοελληνικής κοινωνίας κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, διακρινόμενος κυρίως για τις ικανότητές του στο... κουτσομπολιό (κάτοχος της μοναδικής τηλεφωνικής συσκευής γαρ).

Οι κληρονομικοί διάδοχοί του συνέχισαν να αναδεικνύουν το περίπτερο ως κοινωνικό θεσμό, σε πιο ανεκτικούς, δημοκρατικούς χρόνους, σε χρόνους ευμάρειας αλλά, και τώρα, σε χρόνους κρίσεως - αποτελώντας μοναδικό, ίσως, υπόδειγμα στην εφαρμογή του νόμου αναφορικά με τη συστηματική επίδοση αποδείξεων στον πελάτη. Εκατό χρόνων πλέον, το περίπτερο, φαίνεται ότι, όπως όλη η χώρα, θα περάσει και αυτό σε μια νέα εποχή.

Του Ηλία Mαγκλίνη 
kathimerini.gr