Real Estate: «Ξυπνάει» η ζήτηση για γραφεία στη Θεσσαλονίκη



Με την κατασκευή της γραμμής του μετρό να προχωράει ανεμπόδιστα και μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, όπως η Pfizer και η Cisco να επιλέγουν τη Θεσσαλονίκη για να δημιουργήσουν κέντρο έρευνας, η αγορά γραφείων της «συμπρωτεύουσας» εμφανίζει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.

Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας ακινήτων Arbitrage, στη Θεσσαλονίκη η αγορά των γραφειακών χώρων αποτελείται ως επί το πλείστον από μικρές και κατακερματισμένες επιφάνειες σε κτίρια μικτών χρήσεων (με συμβατικές ηλεκτρομηχανολογικές υποδομές κτλ.), τεχνολογικά φτωχά και με παλιές καλωδιώσεις και συχνά με κακής ποιότητας εγκαταστάσεις. Ευρύτερα, υπάρχει έλλειψη ποιοτικών και τεχνολογικά άρτιων γραφειακών χώρων και μεγάλων αυτοτελών κτιρίων γραφείων που δύνανται να στεγάσουν πολυεθνικούς ομίλους.

Προτού ξεσπάσει η πανδημία, οι τιμές ενοικίασης των διαθέσιμων ποιοτικών γραφειακών χώρων στη Θεσσαλονίκη είχαν αρχίσει να παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις ως αποτέλεσμα της ισχυροποίησης της ζήτησης, όπως αναφέρει η Arbitrage.

Πώς διαμορφώνονται οι τιμές

Για χώρους από 50 έως 200 τ.μ., η μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης στο κέντρο της πόλης (Αριστοτέλους, Εγνατία, Παραλία, Δικαστήρια) κυμαίνεται από 5 έως 10 ευρώ ανά τ.μ.

Στην 26ης Οκτωβρίου διαμορφώνονται από 9 έως 13 ευρώ, ενώ στη Δυτική Είσοδο το αντίστοιχο εύρος είναι από 4 έως 7 ευρώ και αυξάνεται από 6 έως 10 ευρώ στην Καλαμαριά.


Στην Πυλαία, κοντά στο Mediterranean Cosmos, όπου υπάρχουν χώροι κατά βάση μεγαλύτεροι από 200 τ.μ. το ζητούμενο ενοίκιο ξεκινάει από 5 και αγγίζει τα 10 ευρώ.

Η Θεσσαλονίκη, όπως και η Ελλάδα ευρύτερα, χαρακτηρίζεται από παλαιωμένο κτιριακό απόθεμα με χαμηλή ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς δεν υπάρχει σε εξέλιξη σημαντικός αριθμός κτιριακών έργων, ενώ τα τελευταία χρόνια, λιγοστά νέα κτίρια προστέθηκαν στην αγορά.

Σύμφωνα με την Arbitrage, στα πλεονεκτήματα της αγοράς ακινήτων της Βόρειας Ελλάδας ανήκουν οι σχετικά προσιτές τιμές που απέχουν ακόμη 20%-25%, από την περίοδο πριν από την κρίση του 2008, αλλά και οι καλές αποδόσεις, σε σύγκριση με ανταγωνιστικές μεσογειακές δευτερογενείς αγορές. Επίσης, οι αναλυτές της συμβουλευτικής εταιρίας αναφέρουν ότι τα εμπορικά ακίνητα της Βόρειας Ελλάδας είναι εμπορεύσιμα και ελκυστικά, αποτελώντας εξασφαλίσεις στα χαρτοφυλάκια «κόκκινων δανείων» των τραπεζών.

Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη διαθέσιμου θεσμικού επενδυτικού προϊόντος, σε συνδυασμό με την έλλειψη τοπικών επενδυτών και διαθέσιμης χρηματοδότησης αποτελούν τα «θολά» σημεία της κτηματαγοράς.

Ζήτηση για καλά γραφεία

Τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο κι ευρύτερα στην Ελλάδα, λόγω της πανδημίας επαναπροσδιορίστηκαν οι ανάγκες για φυσικό και μηχανικό εξαερισμό στους γραφειακούς χώρους, με τα κτίρια να σχεδιάζονται με αυξημένες δυνατότητες για φυσικό αερισμό λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη μελλοντική διαμερισμάτωση αυτών.

Όσον αφορά τη ζήτηση, προς το παρόν αναμένεται να διατηρηθεί για σύγχρονα γραφεία που είναι επαρκώς μισθωμένα και βρίσκονται σε στρατηγικές τοποθεσίες. Τα ποιοτικά δηλαδή, γραφεία υψηλών προδιαγραφών που είναι ευρύχωρα, πληρούν προδιαγραφές ευεξίας και φέρουν «πράσινα» χαρακτηριστικά (κατά προτίμηση με σχετικές πιστοποιήσεις), αλλά και προηγμένες τεχνολογικές υποδομές για τηλεπικοινωνίες, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποβούν ανθεκτικότερα.

Μεσοπρόθεσμα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί για υψηλών προδιαγραφών ποιοτικά ακίνητα λόγω της έλλειψης αποθέματος, γεγονός που θα οδηγήσει στην αναβάθμιση, ανακατασκευή ή και δημιουργία νέων αναπτύξεων.