Οι τρεις νέες τάσεις στα κτίρια γραφείων στην Ελλάδα – Το παράδειγμα της IWG


Η πανδημία και οι αλλαγές στην καθημερινότητα εκατομμυρίων εργαζομένων που έχει επιφέρει έχουν αλλάξει τα δεδομένα σε έναν από τους κλάδους του real estate που παρουσίαζε τις μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης, τουλάχιστον πριν την πανδημία.

Οι σύγχρονοι γραφειακοί χώροι στην Ελλάδα είναι λίγοι. Υπάρχει πολύ μικρή προσφορά, που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε νέος χώρος δημιουργείται βρίσκει γρήγορα αγοραστές / εκμισθωτές. Τι συμβαίνει όμως με τη ζήτηση;

Τάση #1: γραφεία υψηλών προδιαγραφών

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο αμφίρροπες δυνάμεις στην ελληνική αγορά γραφειακών χώρων (αλλά και παγκοσμίως).

Από τη μία, υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρή ζήτηση για νέους σύγχρονους γραφειακούς χώρους υψηλών προδιαγραφών. Αυτές αφορούν τόσο την ενεργειακή τους συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα την παρουσία βιοκλιματικών χαρακτηριστικών και μηχανισμών εξοικονόμησης ενέργειας, όσο και τη γενικότερη λειτουργικότητα, άνεση και ασφάλεια για τους εργαζομένους.

Ειδικά το τελευταίο αποτελεί ολοένα και πιο συχνή απαίτηση των υποψηφίων αγοραστών / εκμισθωτών πλέον, λόγω της πανδημίας. Η ασφάλεια αφορά τόσο την υγιεινή των χώρων όσο και την ευελιξία τους ώστε ανάλογα με τις συγκυρίες να μπορούν οι γραφειακοί χώροι να προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα (π.χ. λιγότεροι ανοικτοί χώροι με παρουσία πολλών εργαζομένων σε open space περιβάλλοντα).

Από την άλλη, η πανδημία και η έκρηξη της τηλεργασίας προκαλούν αμφιβολίες και σκέψεις στις επιχειρήσεις, οι οποίες αναθεωρούν τα πλάνα τους για τους γραφειακούς χώρους που χρειάζονται. Χρειάζονται γενικά γραφεία πλέον ή μπορεί η επιχείρηση να λειτουργήσει απρόσκοπτα με τους εργαζομένους να δουλεύουν από τα σπίτια τους; Και αν χρειάζονται γραφεία, πόσα και με τι χαρακτηριστικά.

Σε αυτή την διελκυστίνδα, η τάση είναι κάπου στη μέση. Σίγουρα οι επιχειρήσεις πλέον θα χρειαστούν θεωρητικά λιγότερες επιφάνειες γραφειακών χώρων. Το μέγεθός τους όμως είναι κάτι που θα ξεκαθαρίσει μετά από καιρό από τη λήξη της πανδημίας, όταν και θα έχει κατασταλάξει η σκόνη.

Το σίγουρο είναι ότι κτίρια υψηλών προδιαγραφών, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, θα έχουν ζήτηση, καθώς αποτελούν πολύ μικρό ακόμη ποσοστό του συνολικού αποθέματος στην Ελλάδα (5%).

Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία της εταιρείας Cushman & Wakefield Proprius, αυτή τη στιγμή κατασκευάζονται στην Ελλάδα 85.000 τ.μ. νέων γραφείων υψηλών προδιαγραφών.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Piraeus Tower στον Πειραιά (που αναπτύσσεται από τις Dimand – Prodea – EBRD) και το πρώην κτίριο της Ελευθεροτυπίας (από τις Dimand – Grivalia).  Ή ακόμη και το νέο ιδιόκτητο πλέον κτίριο της Generali που κατασκευάζεται στη Λ. Συγγρού από τις Dimand – Prodea.

Τάση #2: ευέλικτα γραφεία

Ακόμη και πριν την πανδημία, είχε ξεκινήσει να καταγράφεται ένα ισχυρό trend που αφορά τους ευέλικτούς γραφειακούς χώρους. Αυτοί οι χώροι απευθύνονται τόσο σε επιχειρήσεις όσο και σε επαγγελματίες, καθώς παρέχουν την ευελιξία διαμόρφωσης ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.

Από τον αριθμό ή το μέγεθος των γραφείων, τη μορφή τους (κοινόχρηστες θέσεις εργασίας ή κλειστά γραφεία) και την περίοδο μίσθωσης. Αυτή η ευελιξία είναι που βοηθά στη μείωση των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων που επιλέγουν τέτοια γραφεία και τη μικρότερη δυνατή δέσμευση πόρων.

Πλέον με την πανδημία καταγράφεται ακόμη πιο ισχυρή ζήτηση τέτοιων χώρων, ως μέσο αντιμετώπισης των έκτακτων περιστάσεων που αυτή δημιουργεί. Το μειονέκτημα στην περίπτωση των ευέλικτων χώρων είναι από την άλλη μεριά ότι οι ανοικτοί χώροι (open space) με πολλές κοινόχρηστες θέσεις εργασίες αντιμετωπίζονται λόγω των μέτρων προστασίας και υγιεινής με ιδιαίτερη ανασφάλεια.

Ωστόσο, οι οργανωμένες εταιρείες του χώρου επεμβαίνουν άμεσα όταν χρειαστεί και διαμορφώνουν τους χώρους ανάλογα, με ότι αυτό σημαίνει για τα οικονομικά τους αποτελέσματα (πιο αραιές θέσεις εργασίας σημαίνει λιγότερες θέσεις άρα μικρότερα έσοδα μισθωμάτων).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας εταιρείας στην Ελλάδα είναι η IWG (International Workplace Group), η εταιρεία-ομπρέλα των brands Regus και Spaces. Όπως έχει δηλώσει κατ’ επανάληψην ο Διευθύνων Σύμβουλος, Χρήστος Μισαηλίδης, τα πλάνα μιλούν για πενταπλασιασμό των ευέλικτων χώρων εργασίας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, με 2ο από αυτά τα κτίρια να δρομολογούνται μέσα στους επόμενους 24 μήνες.

Όπως τονίζει η ζήτηση είναι σημαντική παρά τη στάση αναμονής που κρατούν αρκετές εταιρείες έως ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο με την πανδημία. Ωστόσο, επειδή η νέα τάση είναι αυτοί οι ευέλικτοι χώροι να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από εργαζομένους επιχειρήσεων οι οποίοι πλέον δουλεύουν από το σπίτι (προσωρινά ή μόνιμα) κατά περίπτωση και αν χρειαστεί (π.χ. για μια συνάντηση ή conference call), η παρουσία τέτοιων χώρων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι προαπαιτούμενο.

Για αυτό το λόγο, πρόσφατα η IWG λάνσαρε στην Ελλάδα ένα νέο πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύου ευέλικτων χώρων μέσω franchise. Τα πλάνα αφορούν την ανάπτυξη 60 νέων κέντρων ευέλικτων γραφείων σε όλη τη χώρα. Οι κατάλληλοι χώροι είναι πάνω από 500 τ.μ. και η αρχική επένδυση υπολογίζεται σε περίπου 200.000 ευρώ.

Η Αττική και η Θεσσαλονίκη αποτελούν προτεραιότητα, λόγω πληθυσμού, ωστόσο η γεωγραφική κάλυψη είναι απαραίτητη για όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα. Προτεραιότητα θα δοθεί σε πόλεις όπως η Λάρισα, η Λαμία, η Καλαμάτα, η Αλεξανδρούπολη, η Καβάλα, τα Ιωάννινα, η Ρόδος, η Πάτρα, ο Βόλος και το Ηράκλειο Κρήτης.

Τάση #3: αγορά 2 ταχυτήτων

Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι στην Ελλάδα υπάρχει πλεόνασμα παλαιών γραφειακών χώρων και έλλειμμα νέων υψηλών προδιαγραφών. Αυτό είναι σίγουρα μια τάση που θα εδραιωθεί για τα επόμενα πολλά χρόνια στην εγχώρια αγορά.

Για τα τελευταία θα υπάρχει ζήτηση και οι επενδυτικές ευκαιρίες θα είναι αρκετές και σημαντικές. Κάτι που θα ωθήσει και τις τιμές τους προς τα πάνω. Αντίθετα, τα παλαιά κτίρια τα οποία θα αντιμετωπίσουν σημαντικές δυσκολίες λόγω της πανδημίας αλλά και μετά.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Τράπεζα της Ελλάδας στην πρόσφατη ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική “παρά την ανακοπή της δυναμικής της αγοράς επαγγελματικών ακινήτων, τα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών εμφανίζονται πιο ανθεκτικά στις δυσμενείς εξελίξεις της αγοράς, όπως συνέβη και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε. Ειδικά στην παρούσα συγκυρία, ακίνητα με ανώτερες προδιαγραφές βιοκλιματικού σχεδιασμού, αερισμού, φωτισμού και τεχνολογικών υποδομών ανταποκρίνονται καλύτερα στις υγειονομικές απαιτήσεις και στις νέες ανάγκες απομακρυσμένης εργασίας, γεγονός το οποίο αναμένεται να αποτυπωθεί σταδιακά και στις αξίες τους”.

πηγή: bizness.gr