Το ενεργειακό κόστος «βάζει φωτιά» στην τιμή βασικών προϊόντων

Κανένας άλλος τομέας του δείκτη τιμών καταναλωτή σε εναρμονισμένη βάση δεν έχει συμβάλει τόσο πολύ στην αύξηση των τιμών από το 1995 όσο η ενέργεια. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από την Εθνική Στατιστική Αρχή αυτόν το μήνα, με βάση το 100 και έτος αναφοράς το 2005, η τιμή της ενέργειας ήταν 69,7 το 1995 και έφτασε στο 191,4 το 2012. Δηλαδή, τριπλασιάσθηκε. Τα χρόνια εφαρμογής της δημοσιονομικής προσαρμογής, από το 2010 ώς το 2012, οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 46 μονάδες στην εκατονταβάθμια κλίμακα, κυρίως λόγω της αύξησης των φόρων με τη μεγαλύτερη ετήσια μεταβολή να σημειώνεται τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του πρώτου Μνημονίου.

Θεωρητικά η συμμετοχή των καυσίμων είναι 9,5% στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή. Συγκριτικά οι αυξήσεις σε επεξεργασμένα και μη είδη διατροφής κυμάνθηκαν στο 1 προς 2, ενώ τα βιομηχανικά αγαθά αυξήθηκαν στην ίδια βάση λιγότερο από κάθε τι άλλο: από 75 το 1995 σε 108 το 2012, με αξιοσημείωτη σταθερότητα τα χρόνια της κρίσης.

Σταθερότητα εμφανίζεται και στα είδη διατροφής. Και αυτό παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες κατηγορίες, όπως το γάλα, η ενδεικτική τιμή παραγωγού στο ακατέργαστο αγελαδινό ήταν μετά τη Μάλτα και την Ιταλία, η τρίτη πιο ακριβή στην Ευρώπη, σημειώνοντας πάντως στο εννεάμηνο Δεκέμβριος 2011 - Σεπτέμβριος 2012 μια αύξηση κατά 2,1 %.

Τιμή μονάδας

Κρίσιμο θέμα παραμένει το αν οι τιμές ακολουθούν στην πτώση τις αμοιβές ή υπολείπονται δραματικά της μείωσης σε ρυθμό και έκταση της πτώσης (εσωτερική υποτίμηση). Τόσο ο ΟΟΣΑ όσο και το ΔΝΤ σημειώνουν, στις πιο πρόσφατες εκθέσεις τους, ότι στον τομέα αυτό η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης απέχει από το να θεωρείται ισορροπημένη.

Όμως τα πέντε μεγαλύτερα οικονομικά ινστιτούτα της Γερμανίας, σε μία πρόσφατη έκθεσή τους, υποστηρίζουν ότι η πτώση των τιμών πάντα ακολουθεί την πτώση των αμοιβών και υπολείπεται αυτής τόσο περισσότερο «όσο στοιχεία της επιχειρηματικής οργάνωσης παραμένουν δομικά τα ίδια».

Ετσι, για παράδειγμα μία σειρά πολυεθνικών επιχειρήσεων διατηρούσαν στην Ελλάδα ξεχωριστές μονάδες που δεν υπάγονταν για λόγους γεωγραφικούς, μεταφορικούς και άλλους, σε μεγαλύτερες μονάδες π.χ. της Ιταλίας. Ετσι η τιμή μονάδας των επιχειρήσεων αυτών -και εξαιτίας του μεγέθους της ελληνικής και κυπριακής αγοράς που συνήθως εξυπηρετούσαν- εμφανίζεται εξαιρετικά υψηλότερη από άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Πορτογαλία, που υπάγονταν στην αντίστοιχη θυγατρική επιχείρηση της Ισπανίας ή της Γαλλίας. Μία επίσης κριτική παρατήρηση που αφορά την αποτύπωση της εξέλιξης των τιμών έχει να κάνει με το γεγονός ότι μετά την έναρξη της κρίσης το 2009 οι τιμοληψίες π.χ. στην ένδυση - υπόδυση και στο εμπόριο αυτών των ειδών δεν λαμβάνουν υπόψη τις περιόδους των εκπτώσεων. Οι τελευταίες, ως γνωστόν, έχουν επιμηκυνθεί και κατά τη διάρκειά τους σημειώνεται το 70 - 80% του τζίρου. Αντιθέτως, λαμβάνονται υπόψη οι «κανονικές» τιμές, που συνήθως εμφανίζονται υψηλές για να δικαιολογηθούν στη συνέχεια τα μεγάλα ποσοστά εκπτώσεων.

Οι συντελεστές στάθμισης των διαφόρων ομάδων στο «καλάθι του καταναλωτή» εμφανίζουν ακόμα στοιχεία της περιόδου πριν από την κρίση, με τη διατροφή να «ζυγίζει» μόνο 17% και το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο «και τα άλλα καύσιμα» 4,1%. Παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι το ειδικό βάρος των δύο αυτών κατηγοριών είναι πλέον διπλάσιο.





Του Τάσου Τέλλογλου
kathimerini.gr