ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ ΤΗΣ ERGON ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ

[ERGONCON][slideshow]

CISD: Ο Νόμος για την Εποπτεία των Οικονομικών Δραστηριοτήτων και την Εποπτεία αγοράς προϊόντων

Το CISD μελέτησε το σχέδιο νόμου που έθεσε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση, από τις 02.11.2017 έως τις 10.11.2017, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, συμμετείχε στη διαβούλευση και κατέθεσε τις απόψεις του, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Το σχέδιο νόμου αποσκοπεί, όπως αναφέρεται, στη θέσπιση ενιαίων αρχών και διαδικασιών που θα διέπουν την εποπτεία και τους ελέγχους με εισαγωγή κοινών μεθόδων και εργαλείων και προσδιορισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τόσο των αρχών και των υπαλλήλων που ασκούν εποπτεία, όσο και των ελεγχόμενων οικονομικών φορέων. Στη βάση αυτή το CISD υπογραμμίζει ότι οι στόχοι είναι προς την ορθή κατεύθυνση με την προϋπόθεση όμως ότι θα αντικατοπτρίζονται στο περιεχόμενο πετυχαίνοντας ουσιαστική και αποτελεσματική ισχυροποίηση του συστήματος των ελέγχων, ιδιαίτερα σε μια χρονική στιγμή που οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της χώρας και κυρίως η Επιθεώρηση Περιβάλλοντος έχουν πλήρως υποβαθμιστεί. Η ύπαρξη συστημάτων επιθεώρησης και η αποτελεσματική εκτέλεση των επιθεωρήσεων αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα περιβαλλοντικών και άλλων παραβιάσεων, αφού δίνουν την εξουσία στις αρχές να εντοπίζουν τις παραβάσεις της νομοθεσίας και να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές και κυρώσεις. Αυτό έχει περίτρανα αποδειχθεί σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στη χώρα μας ιδιαίτερα κατά τις περιόδους που οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία. Οι επιθεωρήσεις αποτελούν τον απαραίτητο κρίκο της κανονιστικής αλυσίδας και ένα κατεξοχήν αποτελεσματικό εργαλείο για τη συμμόρφωση στην υφιστάμενη κοινοτική και εθνική νομοθεσία σε όλη την Κοινότητα και για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

Το CISD παρατηρεί ότι ήδη από τον τίτλο που φέρει το εν λόγω σχέδιο νόμου «για την Εποπτεία των Οικονομικών Δραστηριοτήτων και την Εποπτεία αγοράς προϊόντων» δημιουργεί εύλογες απορίες για την επιλογή της ορολογίας που χρησιμοποιεί η οποία είτε μεταφέρθηκε λανθασμένα από μετάφραση ξενόγλωσσων αντίστοιχων κειμένων είτε αποκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη, μετατρέποντας τον έλεγχο – επιθεώρηση σε απλή εποπτεία. Ατυχώς η λέξη «εποπτεία» που αντικαθιστά τη λέξη «έλεγχος», αλλά και οι όροι «οικονομικές δραστηριότητες» και «αγορά προϊόντων» όχι μόνο
μεταφέρουν λάθος μήνυμα αλλά κυρίως αδυνατίζουν εξαρχής το ίδιο το περιεχόμενο, συσκοτίζουν το αντικείμενο και εν τέλει σηματοδοτούν μια άλλη αντίληψη light ελέγχου, που περιορίζεται στην εποπτεία δραστηριοτήτων και μάλιστα αποκλειστικά οικονομικών.

Το CISD διατρέχοντας τα άρθρα που συνθέτουν το νόμο – πλαίσιο διαπιστώνει ότι ο εν λόγω νόμος πλαίσιο:

1. Διαμορφώνει ένα σύστημα εποπτείας που αντιμετωπίζει με εμφανές ισοπεδωτικό τρόπο ανόμοια αντικείμενα ελέγχου, επισύροντας έτσι μια αρνητική ομογενοποίηση η οποία όχι μόνο αδυνατίζει το στόχο, αλλά και τον αναιρεί σε αρκετές περιπτώσεις.

2. Συρρικνώνει το ρόλο και τις αρμοδιότητες – δυνατότητες των ελεγκτικών αρχών σε απλή
εποπτεία, αντί της ενίσχυσης του ρόλου των ελεγκτικών αρχών, τις οποίες και υποβαθμίζειακόμη περισσότερο χάνοντας παντελώς την αυτοτέλειά τους και τον συντονιστικό τους ρόλο προς κάθε υπηρεσία που πραγματοποιεί ελέγχους σε περιφερειακό επίπεδο.

3. Εισάγει πλήθος εξαιρέσεων και συνθηκών, άλλοτε υπό τον τύπο «γενικών αρχών» και άλλοτε ως λεπτομέρειες των διαδικασιών ελέγχου, που εκτός από πλήρη υποβάθμιση και απαξίωση, υποδηλώνουν μια εξαιρετικά άνιση και ευνοϊκή μεταχείριση των ελεγχόμενων «οικονομικών δραστηριοτήτων» (έως και γενική ατιμωρησία ακόμη και σοβαρών περιπτώσεων παραβατικότητας, ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος).

4. Στηρίζει την εφαρμογή του σε ένα νέο μοντέλο διοίκησης για κάθε πεδίο εποπτείας (Αρχή
Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού και Αρχές Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης/ελεγκτικές αρχές) με την υποστήριξη του συντονισμού του νέου συστήματος από αρμόδια Δ/νση της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας, δημιουργώντας μια νέα γραφειοκρατική και ασαφή δομή.

5. Αγνοεί ότι η μέχρι σήμερα πρακτική λειτουργίας των ελεγκτικών μηχανισμών της χώρας έχει οδηγήσει στην ανάγκη δημιουργίας Αυτόνομων και Ανεξάρτητων Ελεγκτικών Αρχών.

6. Αγνοεί παντελώς όχι μόνο την ελληνική πραγματικότητα, αλλά και τη νομοθεσία και την πορεία και εξέλιξη των υφιστάμενων ελεγκτικών μηχανισμών, αφήνοντας ανοικτά τα πλέον σημαντικά ζητήματα λειτουργίας του προτεινόμενου συστήματος, εξουσιοδοτώντας την έκδοση σειράς Προεδρικών Διαταγμάτων για την εξειδίκευση των αρχών και διαδικασιών
που τίθενται με το νόμο – πλαίσιο για κάθε ένα από τα πεδία εποπτείας. Προεδρικά Διατάγματα που απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα έκδοσης, αν ποτέ συνταχθούν.

7. Αγνοεί το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, το οποίο καλύπτει επαρκώς πολλές από τις ρυθμίσεις που προτείνει, ιδιαίτερα στον τομέα του περιβαλλοντικού & μεταλλευτικού ελέγχου και ότι οι διαδικασίες έχουν βελτιωθεί σημαντικά στη βάση της εμπειρίας και των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

8. Δημιουργεί μια νέα Αρχή (Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού) με σκοπό να ελέγχει και να συντονίζει τις υφιστάμενες, που τις ονομάζει Αρχές Εφαρμογής Εποπτείας και
Διαχείρισης.

9. Προτείνει την εφαρμογή ενός Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ), παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ανάλογες πλατφόρμες έχουν ήδη προβλεφθεί από προγενέστερους νόμους που ολοκληρώθηκαν χωρίς να τεθούν ακόμη σε ισχύ σε γενικευμένο πλαίσιο, αλλά μόνον για κάποιες από τις ελεγκτικές αρχές.

10. Διαμορφώνει ένα στρεβλό σύστημα που αποδυναμώνει, αντί να ενισχύει τον έλεγχο, αγνοώντας παντελώς τις όποιες πρόσφατες, θετικές, νομοθετικές ρυθμίσεις ιδιαίτερα στον τομέα των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων όπου η νομοθεσία που τις διέπει βασίζονται πάνω σε κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (υπό τη μορφή ελάχιστων κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται σε κοινή βάση για την πραγματοποίηση εργασιών περιβαλλοντικής επιθεώρησης στα κράτη μέλη).

11. Ακυρώνει πλήρως το περιβαλλοντικό κεκτημένο της χώρας, παρόλο που σκοπός του νόμου παρουσιάζεται ότι είναι η «βελτίωση της ευημερίας των πολιτών με την πρόληψη και τον μετριασμό των υφιστάμενων ή δυνητικών κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια, για το περιβάλλον, το οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον».

Το CISD, σε συνέχεια των προηγούμενων γενικών παρατηρήσεων και λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό βαθμό παραβατικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων (δραστηριοτήτων) του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε κάθε τομέα εκτιμά ότι ο υπόψη νόμος – πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται ουδόλως στις απαιτήσεις της ελληνικής πραγματικότητας και θα πρέπει να αποσυρθεί. Ο εντοπισμός και η πάταξη φαινομένων διαφθοράς και κακοδιοίκησης, η διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας του δημόσιου τομέα και η παρακολούθηση, ο συντονισμός και η αξιολόγηση των μηχανισμών επιθεώρησης και ελέγχου συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να εξέλθει η Χώρα μας από την κρίση, να καλλιεργηθεί αίσθημα εμπιστοσύνης στη διοικητική λειτουργία και να ανακτήσει το κράτος την αξιοπιστία του προς τους πολίτες του αλλά και προς το εξωτερικό, έννοιες και δυνατότητες τις οποίες αντιστρατεύεται το προτεινόμενο σχέδιο νόμου.

Απαιτείται σθεναρή πολιτική βούληση προκειμένου να ενδυναμωθούν οι υφιστάμενοι ελεγκτικοί μηχανισμοί υπό τη μορφή Ανεξάρτητων Αρχών που θα δρουν χωρίς καμία εξάρτηση με έναν ενιαίο και αποτελεσματικό τρόπο, πλήρη στελέχωση με ικανό και εξειδικευμένο προσωπικό και τα κατάλληλα εργαλεία.

Για να περάσουμε σε μια κοινωνία νομιμότητας έχουμε ανάγκη από συστηματικό έλεγχο από Ανεξάρτητες και αυτοδύναμες αρχές με πλήρεις αρμοδιότητες παράλληλα με την εγκαθίδρυση ενός ικανού συστήματος έκθεσης των παρανομούντων, αλλά και επιβράβευσης των καλών πρακτικών. Ειδικότερα μάλιστα σε ότι αφορά στα θέματα περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη τα περιβαλλοντικά εγκλήματα που συντελούνται εδώ και χρόνια στον τόπο μας που έχει οδηγήσει σε μια ανεξέλεγκτη και εκτεταμένη ρύπανση εδάφους, υπόγειων και επιφανειακών νερών, βιοποικιλότητας και σε μεγάλη περιβαλλοντική ζημιά.

Ο έλεγχος της τήρησης της περιβαλλοντικής και εν γένει νομοθεσίας δεν ανταγωνίζεται ούτε εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά αντίθετα την ευνοεί, διαφυλάσσοντας το φυσικό και τον πολιτιστικό πλούτο της χώρας μας επάνω στον οποίο βασίζεται η ανάπτυξή της. Οι νόμιμα λειτουργούσες δραστηριότητες δεν επιβαρύνονται από τους ελέγχους αυτούς, αντίθετα, προβάλλεται η ορθή πρακτική των επιχειρήσεων που λειτουργούν νόμιμα και με σεβασμό στο περιβάλλον.

Τέλος, μόνο ένας ουσιαστικός, αξιόπιστος έλεγχος και σαφείς διαφανείς διαδικασίες μπορούν να εγγυηθούν το σεβασμό στη νομοθεσία και τη συμμόρφωση και όχι μια απλή εποπτεία από όργανα που θα ελέγχονται από σειρά συντονιστικών και άλλων επιτροπών, αλλά και από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.


Εγγραφείτε στο newsletter για τα τελευταία επιχειρηματικά και επενδυτικά νέα


                                                               

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

[ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ][stack]

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

[ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ][btop]

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

[ΕΝΕΡΓΕΙΑ][grids]

TECHNEWS

[ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ][btop]